Γενικά
Η απουσία από την εργασία των μισθωτών, συνεπεία της ασθένειάς τους, επηρεάζει ουσιωδώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο των εργοδοτών, όσο και των ίδιων των μισθωτών, που προκύπτουν από τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, τα οποία σε γενικές γραμμές αναλύονται ως εξής:
Α. Συνέπειες στη σύμβαση εργασίας.
Β. Δικαίωμα των μισθωτών να λάβουν τις αποδοχές τους
Γ. Καταβολή επιδόματος ασθενείας από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, με παράλληλη υποχρέωση του εργοδότη για πληρωμή του μισθού
Συνέπειες στη σύμβαση εργασίας
Η ασθένεια του μισθωτού αποτελεί κώλυμα που δικαιολογεί καταρχήν την απουσία του από την εργασία του χωρίς συνέπειες. Επομένως, η σύμβαση εργασίας να συνεχίζεται, ενώ παράλληλα ο μισθός και τα ημερομίσθια καταβάλλονται με ορισμένες προϋποθέσεις.
Υποχρέωση γνωστοποίησης: Κάθε εργαζόμενος που κωλύεται λόγω ασθένειας να προσέλθει στην εργασία του, υποχρεούται να ειδοποιήσει τον εργοδότη του για την αδυναμία του να εργαστεί. Για την απόδειξη της ασθένειας, ο εργαζόμενος πρέπει να προσκομίσει στον εργοδότη βεβαίωση ιατρού του οικείου ασφαλιστικού φορέα (π.χ. ΕΦΚΑ).
Βραχείας διάρκειας Ασθένεια
Η απουσία του εργαζόμενου από την εργασία του λόγω ασθένειας βραχείας διάρκειας δεν θεωρείται ως λύση της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου (άρθρο 5 του Ν. 2112/1920). Ο εργαζόμενος δικαιούται να απουσιάσει από την εργασία του, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι έχει καταγγείλει σιωπηρώς τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή ότι αποχώρησε οικειοθελώς, όταν η απουσία του οφείλεται σε ασθένεια μικρής διάρκειας (ή προκειμένου για γυναίκα σε λοχεία). Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να δεχθεί τον εργαζόμενο στην εργασία μετά την επάνοδο του τελευταίου από την ασθένεια.
Την προστασία αυτή δικαιούται κάθε μισθωτός που συνδέεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα με το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασία του στον εργοδότη πριν από την απουσία του. Σημειώνεται ότι η υπαιτιότητα του μισθωτού στην ασθένειά του δεν ερευνάται. Επομένως, δεν έχει σημασία αν η ασθένεια οφείλεται στην εργασία ή σε άλλη αιτία.
Ως "βραχεία διάρκειας" ασθένεια, βάσει του Ν.4558/30,θεωρείται αυτή που διαρκεί, πάντα στον ίδιο εργοδότη από:
- Ένα μήνα για όσους υπηρετούν μέχρι 4 χρόνια
- Τρεις μήνες για όσους υπηρετούν από 4 μέχρι 10 χρόνια
- Τέσσερις μήνες για όσους υπηρετούν από 10 μέχρι 15 χρόνια
- Έξι μήνες για όσους υπηρετούν από 15 χρόνια και πάνω
Τα χρονικά όρια της ασθένειας αρχίζουν από την ημέρα που ο εργαζόμενος απουσίασε λόγω της ασθένειάς του και λήγουν την αντίστοιχη ημέρα του μηνός, 3 μηνών κλπ. Επισημαίνεται ότι σε αυτά συνυπολογίζονται οι Κυριακές, εορτές και λοιπές μη εργάσιμες ημέρες.
Ασθένεια μεγαλύτερης διάρκειας δεν θεωρείται παραίτηση
Μακράς διάρκειας χαρακτηρίζεται η ασθένεια που η διάρκειά της υπερβαίνει τα όρια της βραχείας ασθένειας. Η απουσία του εργαζόμενου λόγω ασθένειας, πέρα από τα όρια της βραχείας, δεν θεωρείται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης εργασίας δια παραιτήσεως του εργαζόμενου, καθώς για να κριθεί κάτι τέτοιο πρέπει να αποδειχθεί παράλληλα βούληση, θέληση του εργαζόμενου να παραιτηθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τις περιπτώσεις αποχής που οφείλεται σε άλλους λόγους. Η εξέταση των λόγων αποχής και της πρόθεσης ή μη του εργαζόμενου σε παραίτηση είναι κύρια στοιχεία για να διαπιστωθεί αν τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν παραίτηση ή όχι.
Τα θέματα αυτά έχουν μεγάλη πρακτική σημασία για τους εργαζομένους. Αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους μετά τη λήξη της ασθενείας ή των λόγων της μετά τη λήξη της αποχής, θεωρώντας ότι έχουν αποχωρήσει οικειοθελώς, μπορούν να διεκδικήσουν, όπως και στην άκυρη απόλυση, είτε μισθούς υπερημερίας και διατήρηση της θέσης εργασίας, είτε την αποζημίωση απολύσεως.
Απόλυση κατά τη διάρκεια της ασθένειας
Δεν απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη κατά τη διάρκεια της ασθένειας του εργαζόμενου, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις ή από ατομική σύμβαση εργασίας, αρκεί να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση ή να μη γίνεται αυτή κατά κατάχρηση δικαιώματος (ΑΚ 281).
Δικαίωμα των μισθωτών να λάβουν τις αποδοχές τους
Για τις αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος κατά την διάρκεια της δικαιολογημένης απουσίας του λόγω ασθενείας, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με αυτές, ο εργαζόμενος που απουσιάζει από την εργασία του λόγω ασθένειας και εφόσον έχει απασχοληθεί τουλάχιστον επί 10 ημέρες δικαιούται μισθό ως εξής:
(α) για το 1ο εργασιακό έτος οφείλεται μισθός έως μισού μηνός
(β) για τα επόμενα έτη οφείλεται μισθός έως ενός μηνός.
Από τις αποδοχές αυτές αφαιρούνται οι παροχές που έχει λάβει ο εργαζόμενος από τον οικείο ασφαλιστικό του φορέα.
Τις παραπάνω μισθολογικές αξιώσεις τις δικαιούται ο εργαζόμενος κάθε εργασιακό έτος (δηλαδή εκείνο που αρχίζει από την ημερομηνία πρόσληψής του) και όχι κάθε ημερολογιακό έτος.
Δικαίωμα λήψεως ετήσιας αδείας και επιδόματος αδείας: Σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου τα χρονικά διαστήματα που οι εργαζόμενοι απουσίασαν από την εργασία τους λόγω βραχείας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος πραγματικής απασχόλησης και παράλληλα δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες της κανονικής ετήσιας αδείας τους. Έτσι, ο εργαζόμενος που ασθένησε πριν να λάβει την άδειά του και απουσίασε από την εργασία δικαιούται να λάβει ολόκληρη την άδειά του. Αν όμως η ασθένεια υπερβεί τα χρονικά όρια της βραχείας ασθένειας τουλάχιστον επί τόσες ημέρες, όσες είναι οι ημέρες της άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος, δεν θα λάβει άδεια για το ημερολογιακό έτος που εκδηλώθηκε η ασθένεια. Αντίθετα, αν οι ημέρες της υπέρβασης είναι λιγότερες από τις ημέρες της κανονικής άδειας, τότε δύναται να λάβει χώρα συμψηφισμός. Εννοείται ότι συμψηφίζονται μόνο οι ημέρες της άδειας, όχι όμως και οι αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας
Σε ότι αφορά την άδεια οι μισθωτοί που ασθένησαν:
α) αλλά δεν υπερέβησαν τα όρια της βραχείας διάρκειας ασθένειας μέσα σε ένα έτος, δικαιούνται να λάβουν την ετήσια κανονική άδεια και το επίδομα αδείας κανονικά.
β) και υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας π.χ. κατά 15 ημέρες (ημερολογιακές), θα πάρουν αυτούσιο το υπόλοιπο αδείας σε εργάσιμες ημέρες που απομένει, αν από τις δικαιούμενες ημέρες αδείας αφαιρεθούν οι εργάσιμες ημέρες που περιλαμβάνονται στο 15νθήμερο διάστημα που υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας (συμψηφισμός). Θα πάρουν όμως τις αποδοχές αδείας όλες καθώς και το επίδομα αδείας.
γ) και υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας επί χρόνο τόσο όσο και η δικαιούμενη άδεια, δεν δικαιούνται για το έτος που ασθένησαν να πάρουν αυτούσια την ετήσια κανονική άδεια. Θα πάρουν όμως τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας γιατί είναι αξιώσεις διαφορετικές και δεν μπορεί να προταθούν σε συμψηφισμό.
Καταβολή επιδόματος ασθενείας από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, με παράλληλη υποχρέωση του εργοδότη για πληρωμή του μισθού
Σύμφωνα με το άρθρο 35 του Α.Ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 2961/1954, ο εργαζόμενος που απουσιάζει από την εργασία του λόγω ασθένειας, δικαιούται και επίδομα ασθενείας από τον ΕΦΚΑ με βάση τις εξής προϋποθέσεις:
(α) να έχει πραγματοποιήσει 120 τουλάχιστον ημέρες εργασίας (ασφάλισης) κατά το αμέσως προηγούμενο της αναγγελίας της ασθένειας ημερολογιακό έτος ή κατά το προηγούμενο της αναγγελίας αυτής δεκαπεντάμηνο, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να υπολογίζονται οι ημέρες εργασίας του τελευταίου τριμήνου του δεκαπεντάμηνου.
(β) να πιστοποιείται η ανικανότητά του για εργασία λόγω ασθένειας από τον αρμόδιο ιατρό του ΕΦΚΑ.
(γ) η ασθένεια να μην οφείλεται σε πταίσμα του εργαζόμενου.
(δ) η αποχή από την εργασία λόγω ασθένειας να διήρκεσε πέραν των τριών ημερών
(ε) να μη λαμβάνει σύνταξη από τον ΕΦΚΑ.
Καταβολή επιδόματος ασθενείας: Το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται λόγω της ανικανότητας προς εργασία για όλες τις ημέρες συμπεριλαμβανομένων και των μη εργάσιμων, άσχετα με την ανάγκη παροχής ιατρικής περίθαλψης. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση είναι η αποχή από κάθε εργασία του ασφαλισμένου. Πάντως, η τυχόν από τον εργοδότη μερική ή πλήρης καταβολή αποδοχών στον ασφαλισμένο δεν έχει στην προκείμενη περίπτωση καμία σημασία και το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται πάντοτε ολόκληρο από τον ΕΦΚΑ.
Οικοδόμοι: Κατ’ εξαίρεση, όταν πρόκειται για οικοδόμους απαιτείται να έχουν πραγματοποιήσει α) 100 ημέρες εργασίας (ασφάλισης) στο προηγούμενο έτος ή δεκαπεντάμηνο και β) 200 ημέρες εργασίας, όλες σε οικοδομικές εργασίες, μέσα στα 2 προηγούμενα έτη ή 30μηνο, χωρίς να υπολογίζονται όμως οι ημέρες που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του 30μηνου. Σε περίπτωση που δεν συντρέχουν και οι δύο αυτές προϋποθέσεις, τότε εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Ποσό επιδόματος ασθενείας: Το ποσό του ημερήσιου επιδόματος ασθενείας ανέρχεται στο μισό του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης στην οποία κατατάσσεται ο ασφαλισμένος, βάσει του μέσου όρου των αποδοχών του κατά τις τελευταίες 30 ημέρες εργασίας που πραγματοποίησε κατά το προηγούμενο από την αναγγελία της ασθένειάς του ημερολογιακό έτος. Για την εξεύρεση του τεκμαρτού ημερομισθίου δεν συνυπολογίζονται τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Το ποσό που βρίσκεται κατά τον πιο πάνω τρόπο αποτελεί το βασικό επίδομα ασθενείας. Αυτό προσαυξάνεται περαιτέρω κατά 10% για κάθε προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του ασφαλισμένου, με ανώτατο όριο το 70% του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης βάσει της οποίας υπολογίζεται αυτό και με ανώτερο όριο το τεκμαρτό ημερομίσθιο της 8ης ασφαλιστικής κλάσης.
Έναρξη επιδόματος ασθενείας – Χρονική διάρκεια καταβολής
Το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται από την τέταρτη (4η) ημέρα που αναγγέλλεται ηανικανότητα προς εργασία στην υπηρεσία του ΕΦΚΑ. Δηλαδή υπολογίζεται 3ημερος χρόνος αναμονής, ο οποίος, κατά την κρατούσα άποψη, υπολογίζεται μόνο μία φορά κατ’ έτος. Ωστόσο, αν ο ασφαλισμένος αρρωστήσει εκ νέου μέσα στο έτος, απαιτείται για να καταβληθεί το επίδομα από την πρώτη ημέρα που αναγγέλλεται η ασθένεια στον ΕΦΚΑ, να διαρκέσει η ανικανότητά του προς εργασία πάνω από 3 ημέρες. Συνεπώς, διακρίνουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Εάν ο μισθωτός ασθενήσει και απέχει από την εργασία του για διάστημα μέχρι 3 ημέρες, οσεσδήποτε φορές μέσα στο έτος, δεν δικαιούται να λάβει επίδομα ασθένειας. Αλλά ούτε και υπολογίζεται ο χρόνος αυτός σαν χρόνος αναμονής για άλλη περίπτωση ασθένειας και επομένως, αν αρρωστήσει στη συνέχεια μέσα στο αυτό έτος πάνω από 3 ημέρες θα του χορηγηθεί επίδομα ασθένειας από την 4η ημέρα. Ως εκ τούτου ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κάθε φορά τις αποδοχές ασθένειας 3 ημερών, όχι διαρκώς αλλά μέχρι να συμπληρωθεί ο μήνας ή ο μισός μήνας (κατ έτος) ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας του μισθωτού (εγκύκλιος ΙΚΑ 68/26.6.1992).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν 178/1967 και της εγκυκλίου ΙΚΑ με αριθμό 68/26.6.1992, στις ανωτέρω περιπτώσεις απουσίας για 1-3 ημέρες από την εργασία συνεπεία ασθένειας, για τις οποίες δεν καταβάλλεται επίδομα από τον ΕΦΚΑ, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει μόνο το μισό του ημερομισθίου ή του ανάλογου ημερήσιου μισθού, αδιάφορα αν πρόκειται για πρώτη ή δεύτερη φορά.
β) Αντίθετα, αν η ασθένεια διαρκέσει πάνω από 3 ημέρες, π.χ.12 ημέρες, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από τον ΕΦΚΑ επίδομα μόνο για τις 9 ημέρες της ασθένειας του, γιατί αφαιρείται ο 3ήμερος χρόνος αναμονής. Έτσι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει, για μεν τις 3 πρώτες ημέρες το μισό (1/2) μόνο του ημερομισθίου ή του ανάλογου ημερήσιου μισθού, για δε τις υπόλοιπες 9 ημέρες τη διαφορά μεταξύ του ημερομισθίου και του επιδόματος ασθένειας που καταβάλλει το ΙΚΑ. Εάν αρρωστήσει ο μισθωτός οσεσδήποτε φορές μέσα σ' αυτό το ημερολογιακό έτος, επί 4 τουλάχιστον ημέρες σε κάθε περίπτωση, δικαιούται να λάβει επίδομα από τον ΕΦΚΑ για όλες τις ημέρες της ασθένειας, χωρίς να υπολογιστεί χρόνος αναμονής. Αν όμως η ασθένειά του διαρκέσει το πολύ 3 ημέρες (ή λιγότερες), οσεσδήποτε φορές στο αυτό ημερολογιακό έτος, δεν δικαιούται να λάβει επίδομα ασθενείας από το ΙΚΑ και επιβαρύνεται πλέον ο εργοδότης να καταβάλει το 1/2 των ημερομισθίων του, με τις προϋποθέσεις και τα χρονικά όρια των άρθρων 657 -658 του ΑΚ.
Κατ’ εξαίρεση όταν πρόκειται για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται από την ημέρα που αναγγέλλεται στον ΕΦΚΑ, δηλαδή χωρίς να υπολογίζεται τριήμερος χρόνος αναμονής, με προϋπόθεση όμως ότι η ανικανότητα προς εργασία είναι μεγαλύτερη από 3 ημέρες. Διαφορετικά, εάν η ανικανότητα προς εργασία είναι μέχρι 3 ημέρες, υπολογίζεται και στην περίπτωση αυτή χρόνος αναμονής, όπως και με την κοινή ασθένεια.
Επίδομα ασθενείας αυτοτελώς απασχολούμενων: Κατ’ εξαίρεση, οι ασφαλισμένοι που απασχολούνται αυτοτελώς και όσοι συνεχίζουν προαιρετικά την ασφάλισή τους, δικαιούνται να λάβουν επίδομα ασθενείας, εφόσον η αποχή τους από την εργασία έχει διαρκέσει πάνω από 10 ημέρες. Στην περίπτωση, αυτή το επίδομα καταβάλλεται από την 11η ημέρα που αναγγέλλεται η ασθένεια στον ΕΦΚΑ.
Παραίτηση: Θεωρείται άκυρη κάθε συμφωνία με την οποία επέρχεται παραίτηση ή περιορίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού από τα ευεγερτήματα των άρθρων 657 και 658 ΑΚ, ανεξαρτήτως του χρόνου που θα λάβει χώρα η συμφωνία, δηλαδή πριν ή κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας.
Φορολογική αντιμετώπιση: Οι αποδοχές ασθενείας που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο, καθώς και τα επιδόματα ασθενείας που καταβάλλονται από τον ΕΦΚΑ φορολογούνται ως εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών (άρθρο 12 παρ. 3 Ν. 4172/2013).
Ασφάλιση: Οι ημέρες απουσίας για τις οποίες οι εργαζόμενοι δικαιούνται να λάβουν εξ ολοκλήρου ή μερικώς το μισθό από τον εργοδότη τους, άσχετα εάν λαμβάνουν παράλληλα ή όχι επίδομα ασθενείας, δηλαδή για χρονικό διάστημα 13 ημερών (για όσους έχουν προϋπηρεσία μέχρι 1 έτος) και 26 ημερών (για όσους έχουν προϋπηρεσία πάνω από 1 έτος) θεωρούνται ως χρόνος εργασίας και επομένως υπάρχει υποχρέωση ασφάλισης. Οι εισφορές πρέπει να καταβάλλονται επί του συνόλου των οφειλόμενων από τον εργοδότη αποδοχών, χωρίς την αφαίρεση των επιδομάτων ασθενείας. Αντίθετα, οι ημέρες που οι εργαζόμενοι απέχουν από την εργασία τους λόγω ασθένειας, χωρίς να δικαιούνται μισθό από τον εργοδότη τους, έστω κι αν παίρνουν επίδομα ασθενείας από τον ΕΦΚΑ, δηλαδή μετά την πάροδο των προαναφερόμενων διαστημάτων, δεν θεωρούνται ως χρόνος ασφάλισης, διότι το επίδομα ασθενείας δεν αποτελεί αμοιβή. Επομένως, για τις ημέρες αυτές δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών υπέρ ΕΦΚΑ.
Χρονική διάρκεια επιδότησης
Από την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία προβλέπονται οι εξής περιπτώσεις επιδότησης:
α) Κατ’ αρχήν, το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται μέχρι 182 ημέρες για την ίδια πάθηση ή για διαφορετικές παθήσεις μέσα στο ίδιο έτος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει 120 τουλάχιστον ημέρες εργασίας στο προηγούμενο έτος ή στο προηγούμενο 15μηνο.
β) Περαιτέρω, το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται και μέχρι 360 ημέρες για την ίδια πάθηση, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει 300 το λιγότερο ημέρες εργασίας μέσα στα δύο ημερολογιακά έτη, τα αμέσως προηγούμενα από εκείνο της αναγγελίας της ασθένειάς του ή μέσα στο προηγούμενο της αναγγελίας 30μηνο, οπότε όμως δεν υπολογίζονται οι ημέρες εργασίας που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του 30μηνου.
γ) Επίδομα ασθενείας για την ίδια πάθηση καταβάλλεται μέχρι 720 ημέρες, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει:
i) 1500 ημέρες εργασίας από τις οποίες 600 τουλάχιστον τα τελευταία 5 χρόνια τα αμέσως προηγούμενα της αναγγελίας της ασθένειας ή
ii) 4.500 ημέρες εργασίας μέχρι την ημέρα αναγγελίας της ασθένειας.
δ) Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν συγκεντρώνει τις ανωτέρω χρονικές προϋποθέσεις, δικαιούται επιδότηση μέχρι 720 ημέρες, εάν έχει πραγματοποιήσει 300 ημέρες εργασίας και δεν έχει υπερβεί το 21ο έτος της ηλικίας του. Το κατώτατο αυτό όριο των 300 ημερών εργασίας αυξάνεται ανά 120 ημέρες εργασίας κατά μέσο όρο κάθε έτος, μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας και μέχρι τις 4.200 ημέρες εργασίας.

